ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΚΟΠΗΣ: “Ο Ελληνικός Ιχνηλάτης είναι η σημαία της Ελληνικής Κυνοφιλίας”
Ο διεθνούς φήμης κριτής Εργασίας Ιχνηλατών της Ομάδας 6 της FCI και εξέχουσα μορφή της κυνοφιλίας, σε μια βαρυσήμαντη συνέντευξη στο περιοδικό και την ιστοσελίδα «Ο Θηρευτής», αναλύει τη διαδρομή και το μέλλον του Ελληνικού Ιχνηλάτη, την εξέλιξη των φυλών μέσα από τους επίσημους αγώνες ιχνηλασίας, αλλά και την πραγματική θέση της ελληνικής κυνοφιλίας στο ευρωπαϊκό στερέωμα.
Γεννημένος και μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη, ο Αθανάσιος Γκόπης σπούδασε στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ., ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στην Εγκληματολογία στο Μιλάνο της Ιταλίας και άσκησε μάχιμη δικηγορία έως το 2011, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.
Η πορεία του στον κυνολογικό χώρο υπήρξε πρωτοποριακή: ανακηρύχθηκε κριτής το 1990 με την έγκριση του Κυνολογικού Ομίλου Ελλάδος από την τότε κραταιά Γιουγκοσλαβική Κυνολογική Ομοσπονδία (JKS) αρχικά για τη φυλή των Επανιέλ Μπρετόν. Ακολούθως επεκτάθηκε σε ολόκληρη την Ομάδα 7 (δείκτες φέρμας) για μορφολογία και εργασία. Στην Ελλάδα έγινε κριτής μορφολογίας ειδικά για τον Ελληνικό Ιχνηλάτη, ενώ από το 2018 διατελεί διεθνής κριτής εργασίας για όλους τους ιχνηλάτες της Ομάδας 6.
Το 1995 πρωτοστάτησε ιδρύοντας τον Όμιλο Επανιέλ Μπρετόν Ελλάδος με έδρα τη Θεσσαλονίκη, υπηρετώντας επί σειρά ετών στην προεδρία και αφήνοντας πλούσια παρακαταθήκη για την επερχόμενη διοίκηση και τη διαρκή εξέλιξη της φυλής.
Αποτελώντας ένα μοναδικό παράδειγμα κριτή που με τις κρίσεις και τις κυνοτεχνικές του θέσεις έχει ρίξει άπλετο φως στην εκτροφή, ο Αθανάσιος Γκόπης παραχωρεί μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στον «Θηρευτή», μιλώντας για τον Ελληνικό Ιχνηλάτη, τους αγώνες ιχνηλασίας και την πορεία των ομίλων στη χώρα μας.
Τα πρώτα βήματα και η μύηση στον κυνηγετικό κόσμο
– Πότε ξεκίνησε η μύηση με το κυνήγι;
Πρέπει να σας αναφέρω ότι γεννήθηκα με «έμφυτο» το πάθος του κυνηγιού, αφού ούτε ο πατέρας μου ούτε άλλος συγγενής μας υπήρξε κυνηγός. Αντίθετα, εγώ «βάφτισα» τον πατέρα μου κυνηγό, καθώς αναγκαζόταν να εκδίδει εκείνος άδεια για να με συνοδεύει μαζί με φίλους του κυνηγούς όταν ως ανήλικος 14-15 ετών δεν είχα ακόμη άδεια. Είχα όμως το δίκαννο που μου αγόρασε το 1963 όταν έκλεισα τα 12 χρόνια. Η έμφυτη αυτή «μανία» μου για το κυνήγι και τα σκυλιά καλλιεργήθηκε «έντεχνα» από τον κύριο Χρήστο, έναν εξαιρετικό άνθρωπο και πραγματικό αθλητή κυνηγό, που μίσθωναν με τη σύζυγό του τον κάτω όροφο του πατρικού μας σπιτιού. Δεν είχαν παιδιά αλλά ένα υπέροχο Επανιέλ Μπρετόν, τον Μπιλ, φερμένο από τη Γαλλία. Ώρες ατέλειωτες περνούσα στο σπίτι τους και ο κύριος Χρήστος μού έλυνε και έδενε το Robust δείχνοντάς μου τα πάντα, φερμένα επίσης από τη Manufrance. Ίσως έβλεπε σε μένα τον γιο που δεν είχε και ονειρευόταν να τον δει κυνηγό σε αυτή την τόσο όμορφη ενασχόληση της ζωής… Έτσι λοιπόν «μπολιάστηκα» στο κυνηγετικό-κυνοφιλικό περιβάλλον στην παιδική μου ηλικία των 8-9 ετών.
– Ποια φυλή σας γοήτευσε αρχικά και γιατί;
Το κυνήγι του λαγού με σκυλιά διώξεως μου ασκούσε από μικρό παιδί μια ιδιαίτερη γοητεία που εξελίχθηκε σε πάθος και ο πρώτος σκύλος που απέκτησα το 1967 ήταν ο Ροκ, ένας θαυμάσιος ελληνικός ιχνηλάτης. Δυστυχώς δεν τον χάρηκα πολύ γιατί σε ηλικία τριών ετών έπεσε στον βωμό της φόλας. Ακόμη διατηρώ ολοζώντανα στη μνήμη μου μερικά αξέχαστα κυνήγια λαγού της εποχής εκείνης, όταν το κυνήγι ήταν τόσο διαφορετικό… Συνέχισα όμως να μελετώ και να ασχολούμαι θεωρητικά με τη φυλή έκτοτε κατά διαστήματα. Από το 1970 κυνήγησα με σκυλιά φέρμας και εκ περιτροπής λαγό με παρέες φίλων λαγοκυνηγών. Φαίνεται όμως πως τα πάθη αποτελούν «ανίατες αρρώστιες», δεν θεραπεύονται πλήρως και υποτροπιάζουν… Εδώ και πολλά χρόνια ξαναφούντωσε ξαφνικά το νεανικό πάθος για τον Ε.Ι. και τη λαγοθηρία και με οδήγησε στο να γίνω κριτής της φυλής αυτής για να προσφέρω ό,τι μπορώ κι εγώ στην εθνική προσπάθεια που καταβάλλει ο Όμιλος Φίλων Ελληνικού Ιχνηλάτη για τη διάσωση, διάδοση, αξιοποίηση και βελτίωση της εθνικής μας φυλής. Θεωρώ πως είναι χρέος όλων η συστράτευση για αυτόν τον σκοπό.
– Πότε αρχίσατε την πορεία σας ως κριτής και γιατί αποφασίσατε να ακολουθήσετε αυτή την ιδιαίτερη κυνοφιλική ασχολία;
Κατά τις οδικές επιστροφές μου από την Ιταλία μέσω της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του 1980 γνώρισα την κυνοφιλική κατάσταση της τότε «κραταιάς δύναμης» στην κυνοφιλία που ήταν η Γιουγκοσλαβία και σε αντίθεση με την ανύπαρκτη κυνοφιλικά Ελλάδα, ενθουσιάστηκα και εντάχθηκα σε αυτήν ως κριτής – ακολουθώντας την ανάλογη διαδικασία και εξακολουθώ να παραμένω εν ενεργεία κριτής του Κυνολογικού Ομίλου της Σερβίας (KSS).
Η εξέλιξη της εθνικής φυλής και το έργο του ΟΦΕΙ
– Ποια η εξέλιξη του Ελληνικού Ιχνηλάτη από το “χθες” μέχρι το “σήμερα”;
Από κυνοτεχνικής πλευράς ο Ε.Ι. όσον αφορά στη μορφολογία αναμφισβήτητα έχει κάνει μεγάλη πρόοδο τα τελευταία 20 χρόνια. Έχουν εξαλειφθεί ορισμένα ελαττώματα, παραμένουν κάποια άλλα, γενικά όμως η εικόνα που έχει πλέον σχηματισθεί είναι πολύ θετική και ελπιδοφόρα αν σκεφθεί κανείς ότι φυλές με καλλιέργεια εκατό και πλέον ετών εξακολουθούν να παρουσιάζουν ελαττώματα. Άλλωστε αυτός είναι ο πρωταρχικός σκοπός στην κυνοτεχνία, δηλαδή η βελτίωση των φυλών.
– Η διοίκηση του ΟΦΕΙ έχει καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για την εξέλιξη της Εθνικής μας φυλής. Πώς κρίνετε την προσπάθεια αυτή αλλά και τι θα τους συμβουλεύατε για το μέλλον;
Τα βήματα που πρέπει να γίνουν είναι ακόμα πολλά, ο δρόμος μακρύς και δύσβατος και το έργο του ΟΦΕΙ επίπονο και πολύπλοκο. Η υπόθεση του Ε.Ι. απαιτεί σοβαρή αντιμετώπιση για την προστασία, βελτίωση και ανάπτυξη της κυνηγετικής μας φυλής. Ό,τι έχει γίνει μέχρι σήμερα θεωρώ ότι είναι μόνο μια αρχή, ένα καλό ξεκίνημα. Ο ΟΦΕΙ έχει επωμισθεί το δύσκολο εγχείρημα της «δημιουργίας» ή έστω της «αναβίωσης» του σκύλου αυτού που σημαίνει μακρά προσπάθεια για την επίτευξη αυτού του δύσκολου κυνοτεχνικού σκοπού. Δεν πρόκειται για φυλή με σταθεροποιημένα πλήρως μορφολογικά χαρακτηριστικά. Πρόκειται στην ουσία για μια φυλή αρκετά νέα υπό συνεχή διαμόρφωση. Απαιτούνται συγκεκριμένοι στόχοι, σταθερή πορεία, στρατηγική πολιτική, συνεπής έλεγχος, σοβαρή και υπεύθυνη αντιμετώπιση των προβλημάτων, σταθερά βήματα. Η εξάπλωση απαιτεί χρόνο, οργάνωση και ενδυνάμωση της εκτροφής, αύξηση του αριθμού των ατόμων, των γεννών, σωστή αξιολόγηση των ζώων, ανηλεής απόρριψη των σκάρτων. Στην κυνοτεχνία δεν ανάβει το φως απλά με το γύρισμα του διακόπτη. Το έργο προκύπτει με γνώση, υπομονή, σωστή κατεύθυνση και πάνω απ’ όλα πραγματικά ΚΥΝΟΦΙΛΟΥΣ ανθρώπους, που ενδιαφέρονται για τον σκύλο και όχι για οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με αυτόν….

Αγώνες εργασίας, μορφολογία και κριτήρια αξιολόγησης
– Ποια η συμβολή των αγώνων εργασίας ιχνηλασίας στην εξέλιξη των φυλών;
Οι αγώνες εργασίας και οι εκθέσεις μορφολογίας είναι τα 2 κυνοτεχνικά «εργαλεία» για την εξέλιξη-βελτίωση των φυλών εργασίας όπως των κυνηγετικών. Στη μορφολογία ελέγχεται ο τύπος, δηλαδή τα υπάρχοντα ελαττώματα σε συνδυασμό με τα προτερήματα, χαρακτηριστικά απαραίτητα για τη διατήρηση της εκτροφής των φυλών σύμφωνα με τα ισχύοντα εθνικά στάνταρ, ενώ στους ζωοτεχνικούς ελέγχους (ΑΚΙ) ελέγχονται οι πολύ πιο σημαντικές ικανότητες, προσόντα, ιδιότητες που πρέπει να κατέχουν τα σκυλιά κυνηγίου. Αυτά τα δύο είναι συγκοινωνούντα δοχεία και θα πρέπει να συνυπάρχουν εξίσου στα κυνηγόσκυλα. Ούτε το τέλειο τυπικά άτομο αποδίδει και κυνηγετικά (αποτέλεσμα), ούτε το εξαίρετο εργασιακά όταν είναι εκτός τύπου έχει αξία και εκτροφική σημασία. Πρέπει το ένα (εργασία) να είναι απόρροια της σωστής μορφολογίας (τύπου) ώστε να παράγονται συνεχώς και καλύτεροι απόγονοι.
– Ποια είναι τα βασικά στοιχεία που παρατηρείτε σε έναν σκύλο εργασίας σε έναν επίσημο αγώνα; Τι είναι αυτό που ξεχωρίζετε και γιατί;
Αυτό που ελέγχεται σε έναν ΑΚΙ είναι ο τρόπος που εργάζεται ο σκύλος κάθε φυλής, δηλαδή το στιλ της φυλής στην οποία ανήκει. Εκτός απ’ τον μορφολογικό έλεγχο που προηγείται, τα στοιχεία που ελέγχονται είναι η έρευνα, το πλησίασμα, το ξεφώλιασμα, η δίωξη, η φωνή. Αυτά όλα βέβαια ενεργοποιούνται και αποκτούν τη σημασία τους στην περίπτωση που υπάρχει ξεφώλιασμα που είναι και το «κλειδί» για μια βαθμολογία. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ακριβώς αυτό, δηλαδή από την ιχνηλασία να πλησιάσει και να μπορέσει να ξεφωλιάσει το θήραμα, πράγμα που όπως είναι γνωστό δεν είναι καθόλου εύκολο και δεδομένο για όλους τους ιχνηλάτες αφού το κυνήγι του λαγού εξαρτάται κυρίως από τις καιρικές συνθήκες σε συνδυασμό σίγουρα και με τις ικανότητες και εμπειρία του κάθε σκύλου.

– Όταν κρίνετε μορφολογικά έναν κυνηγετικό σκύλο, ποιο είναι το πρώτο χαρακτηριστικό στο οποίο δίνετε ιδιαίτερη προσοχή: κεφάλι, σώμα, κινήσεις;
Στον μορφολογικό έλεγχο το πρώτο στοιχείο που πρέπει να ελεγχθεί είναι να αποκλειστούν τα σοβαρότατα ελαττώματα αποκλεισμού που τυχόν έχει ο σκύλος. Εάν δεν υπάρχουν αυτά αξιολογούνται όλα τα άλλα χαρακτηριστικά ανάλογα με τη βαρύτητά τους. Σαφώς και το κεφάλι είναι ο καθρέπτης της τυπικότητας του ζώου αφού αυτό συγκεντρώνει πολλά χαρακτηριστικά και παίρνει το ¼ της ολικής βαθμολογίας της τελικής κρίσης. Όλα έχουν τη δική τους σημασία και κάθε ένα προσθέτει ή αφαιρεί στη συνολική εικόνα της γενικής εμφάνισης.
– Κατά τη διάρκεια μιας αναγνώρισης ενός Ε.Ι. είναι γνωστή στο πανελλήνιο η σχολαστικότητά σας για την πιο ορθή και δίκαιη κρίση. Μάλιστα για την εξυπηρέτηση της αναγνώρισης πρωτοτυπήσατε με τη χρήση σφουγγαριού για τον καθαρισμό των νυχιών. Πρόκειται για μια “κλεμμένη” ιδέα ή απόρροια γνώσης μέσα από την πολυετή ενασχόληση με τον σκύλο;
Σαφώς και δεν πρόκειται για κάτι που είδα και αντέγραψα, γιατί κανείς άλλος δεν το κάνει, αλλά προέκυψε με απλή λογική αφού ο κριτής ΠΡΕΠΕΙ να ελέγξει το χρώμα των νυχιών. Πώς θα το κατορθώσει λοιπόν αυτό αν δεν τα καθαρίσει πρώτα; Πολλά σκυλιά έρχονται στις αναγνωρίσεις μετά από εκπαιδευτικές εξόδους ή διατηρούνται σε κτήματα και τα νύχια τους είναι γεμάτα με ξηραμένη λάσπη και χώμα. Πώς λοιπόν θα φανεί το χρώμα σε αυτές τις περιπτώσεις; Από τρία μέτρα μακριά ή σε στίβο που έχει 20 πόντους χόρτο μέσα; Απλά λοιπόν ο μόνος τρόπος για τον κριτή εκείνο που ξέρει τι ψάχνει και τι πρέπει να δει είναι να το καθαρίσει πρώτα για να μπορέσει να το εξετάσει. Σε ένα νύχι λασπωμένο θα δει το χρώμα; Τελεία εδώ και ο νοών νοείτω!…

Εκτροφική κατεύθυνση, ελληνική κυνοφιλία και αντικυνηγετικό μέτωπο
– Λόγω της ιδιότητάς σας ως κριτής, σίγουρα έχετε εντοπίσει διαφορές μεταξύ κάποιων εκτροφικών προτάσεων. Τι θα συμβουλεύατε έτσι ώστε να γεφυρωθεί το χάσμα ποιότητας μεταξύ των εκτροφέων;
Σκυλιά που η εμφάνισή τους (φαινότυπος) να φανερώνει τον εκτροφέα τους δεν υπάρχουν σε καμιά ράτσα. Άλλα μοιάζουν περισσότερο και άλλα λιγότερο μεταξύ τους, αλλά η ομοιομορφία αυτή ή η ανομοιομορφία τους εξαρτάται κυρίως από την επιλογή της εκτροφής και την ανταπόκρισή της στον εθνικό τύπο (στάνταρ) της φυλής. Μοιάζουν αυτά που ανταποκρίνονται καλύτερα στον τύπο τους και δεν μοιάζουν αυτά που απομακρύνονται από αυτόν. Δεν είναι χαρακτηριστικό του ενός ή του άλλου εκτροφέα η διαφορετικότητα των ατόμων μεταξύ τους, ούτε πρόκειται για συγκεκριμένη «τεχνοτροπία» που «στιγματίζει» και «καθορίζει» τον κάθε δημιουργό καλλιτέχνη όπως πρόκειται για τους ζωγράφους και τους πίνακές τους. Βλέποντας κάποιον πίνακα μπορεί ο εκτιμητής να συμπεράνει ότι πρόκειται για τον τάδε ή τον δείνα καλλιτέχνη. Τα σκυλιά έχοντας κοινούς προγόνους στα πεντιγκρί τους «κουβαλούν» τα χαρακτηριστικά τους και μοιάζουν περισσότερο ή λιγότερο σε εκείνους αναλόγως της γενετικής συγγένειας προς αυτούς. Ο σημερινός αριθμός των εγγεγραμμένων σκυλιών προήλθε βασικά από το ίδιο γενετικό υλικό που χρησιμοποιήθηκε όλα αυτά τα χρόνια στην αναπαραγωγή με εμπλουτισμό βέβαια και από τις συνεχείς αναγνωρίσεις (ΒΕΑ-1). Αυτό που θα πρέπει να έχει σαν στόχο ο κάθε εκτροφέας είναι να εκτρέφει σύμφωνα με το στάνταρ της φυλής και όχι αδιαφορώντας για αυτό γιατί έτσι οι φυλές οδηγούνται στην καταστροφή.
– Πώς κρίνετε το επίπεδο της ελληνικής κυνοφιλίας στο σύνολό της;
Η κυνοφιλία στην Ελλάδα έχει κάνει αναμφισβήτητα κάποια πρόοδο όλα αυτά τα τελευταία χρόνια με την ίδρυση και δραστηριοποίηση και των διαφόρων ομίλων. Άλλοι εξακολουθούν να λειτουργούν, άλλοι υπολειτουργούν, άλλοι διαλύθηκαν…. Ακολούθησε μια περίοδος σταθεροποίησης και μετά και λόγω οικονομικής κρίσης εμφανίστηκε και η κάμψη. Κάποιοι θέλουν να εμφανίζουν ότι η Ελλάδα έγινε ξαφνικά μια μεγάλη κυνοφιλική δύναμη στον ευρωπαϊκό χώρο επικαλούμενοι κάποιες «επιτυχίες» κυρίως στα κυνηγετικά σκυλιά. Καλή βέβαια η διαφήμιση και η προπαγάνδα γιατί τονώνει το φρόνημα, το πάθος, την προσπάθεια, τον ενθουσιασμό, στοιχεία απαραίτητα για να συνεχίσει κανείς να ασχολείται με αυτό το χόμπι αλλά δεν μπορεί με τίποτα να εκτοπίσει χώρες με κυνοφιλική παράδοση, οργάνωση και υποδομή εκατοντάδων ετών. Απαιτείται χρόνος για πραγματική ανάπτυξη και πρόοδο. Αν δείτε τα ετήσια προγράμματα των εκδηλώσεων άλλων χωρών, ακόμη και γειτονικών, θα εκπλαγείτε από τον αριθμό των δραστηριοτήτων (εκθέσεις, αγώνες, κλπ). Σε σχέση με τις ελληνικές εκδηλώσεις, γίνεται αμέσως φανερό το πραγματικό επίπεδο της κυνοφιλίας σήμερα στη χώρα μας.

– Τι θα θέλατε να αλλάξει μελλοντικά για την περαιτέρω εξέλιξη των Φυλών;
Αυτό που θα ήθελα να αλλάξει μελλοντικά για να βελτιωθούν και οι φυλές είναι να αλλάξουν πρώτα οι άνθρωποι. Να γίνουν πραγματικά «κυνόφιλοι» και όχι «κυνόφιλοι του δικού τους» σκύλου. Ο καλός σκύλος, γιατί όλη η προσπάθεια εκεί στοχεύει, είναι σκύλος ΟΛΩΝ, ανήκει σε όλους και όχι μόνον στον ευτυχή ιδιοκτήτη του. Τον βλέπουμε, τον αναγνωρίζουμε, τον χαιρόμαστε, τον χειροκροτούμε σαν να ήταν δικός μας και δεν τον ζηλεύουμε και τον φθονούμε. Δυστυχώς όμως είναι γνωστά τα ελαττώματα της φυλής μας. Να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα….
– Η στιγμή που νιώσατε ότι ο χρόνος που αφιερώσατε με τον σκύλο μέσα από τις διάφορες ιδιότητές σας δεν πήγε χαμένος, μπορεί να περιγραφεί σε μερικές αράδες;
Χαίρομαι όταν βλέπω στα κυνηγοτόπια κυνηγούς να κυνηγούν με Ε.Μπρετόν, ράτσα που διαδόθηκε και αυξήθηκε χάριν στην ίδρυση και λειτουργία του Ομίλου όλα αυτά τα χρόνια. Είμαι ικανοποιημένος και δικαιωμένος ηθικά γιατί δεν πήγαν χαμένοι οι κόποι και οι θυσίες μου που δεν ήταν λίγοι. Το ίδιο ισχύει τώρα και για τον Ελληνικό Ιχνηλάτη που βιώνω από κοντά την εξέλιξη και βελτίωσή του.

– Ως δικηγόρος-εγκληματολόγος τι έχετε να απαντήσετε σε “αυτούς” που κατηγορούν τους κυνηγούς ως τα “κακά παιδιά” της φύσης;
Το αντικυνηγετικό «κίνημα» είναι παγκόσμιο και έχει τους υποστηρικτές του και τους οπαδούς του. Έχει εξαπλωθεί ραγδαία τις τελευταίες κυρίως δεκαετίες και υποστηρίζεται οικονομικά από τεράστια ποσά που προσφέρονται σε διάφορες οργανώσεις που ισχυρίζονται ότι αγωνίζονται για την προστασία του περιβάλλοντος. Κυρίως όμως αγωνίζονται για τη διατήρηση της ύπαρξής τους ως «προστάτες» της φύσης και μάχονται για την κατάργηση του κυνηγιού ως τη μόνη βλαπτική ανθρώπινη δραστηριότητα. Στις θέσεις και στα λεγόμενά τους μπορεί να εντοπίσει ένας καλόπιστος ακροατής και κάποια σωστά στοιχεία, αλλά ο δογματικός φανατισμός τούς στερεί πιστεύω τη δυνατότητα ουσιαστικής προσφοράς στη φύση και στο περιβάλλον. Εστιάζουν τη ρητορική και τη δράση τους στο «κυνήγι» σαν τον μοναδικό και αποκλειστικό παράγοντα υπαίτιο για όλα τα κακά που συμβαίνουν σήμερα στη Γη και υποβαθμίζουν τα πολύ σημαντικά πράγματι προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ολόκληρη η ανθρωπότητα (κλιματική αλλαγή, ρύπανση, μόλυνση, απόβλητα κλπ). Ο κυνηγός που ασκεί νόμιμα τη θηρευτική δραστηριότητά του είναι πραγματικός προστάτης της φύσης, αληθινός οικολόγος στην ουσία και όχι στα λόγια γιατί χωρίς το υγιές περιβάλλον δεν μπορεί να ασκήσει την αγαπημένη του ασχολία. Άλλωστε είναι γνωστή η ποικιλόμορφη συμμετοχή του σε πολλές φιλοπεριβαλλοντικές δράσεις, συμβάλλοντας έμπρακτα στη διατήρηση και προστασία της φύσης.
💡 Οι χαρακτηριστικές φράσεις του Αθανάσιου Γκόπη που συμπυκνώνουν τη συνέντευξη:
• «Οι αγώνες εργασίας και οι εκθέσεις μορφολογίας είναι τα 2 κυνοτεχνικά “εργαλεία” για την εξέλιξη-βελτίωση των φυλών εργασίας όπως των κυνηγετικών».
• «Ο κυνηγός που ασκεί νόμιμα την θηρευτική δραστηριότητά του είναι πραγματικός προστάτης της φύσης».
• «Ο καλός σκύλος είναι σκύλος ΟΛΩΝ».
🎤 Αποκλειστική συνέντευξη στο περιοδικό & ιστοσελίδα «Ο Θηρευτής»
🔔 Αγαπάτε την κυνοφιλία, τον Ελληνικό Ιχνηλάτη και τις μεγάλες συνεντεύξεις; Μείνετε συντονισμένοι. Ακολουθήστε τη σελίδα μας: Ο Θηρευτής στο Facebook







