Μια βαθιά συγκινητική, προσωπική μαρτυρία μοιράζεται ο Πρόεδρος του Κυνηγετικού Συλλόγου Πάρου – Αντιπάρου, Παναγιώτης Σακελλαρόπουλος για τη φετινή 1η Σεπτεμβρίου, αποτυπώνοντας το συναισθηματικό κενό που άφησε πίσω της η καταστροφική φωτιά στη νότια πλευρά του νησιού.

” Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, βρέθηκα στην αγαπημένη μου Τρυπητή. Ίδια ημερομηνία, 1η Σεπτεμβρίου, ίδια ώρα, έξι το πρωί, στο ίδιο ακριβώς μέρος. Αφού έτσι με έμαθαν κάποιοι να ζω.
Μόνο που αυτή τη φορά δεν αντίκρισα κανέναν. Κανένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο στον δρόμο, κανέναν κυνηγό στο αγαπημένο μας κιόσκι, κανένα πορτοκαλί γιλέκο ανάμεσα στις φίδες και καμία φωνή μέσα στο σκοτάδι. Δεν ακουγόταν ούτε ένα κουδουνάκι σκύλου, έλειπε η πρωινή χαιρετούρα, το πείραγμα μεταξύ μας, εκείνο το «άντε να δούμε και σήμερα» πριν σκορπίσουμε στα καρτέρια. Η φωτιά φέτος μας τα πήρε όλα.
Το καρτέρι χωρίς τουφέκι
Όλη η νότια περιοχή της Πάρου, ένας τόπος συνδεδεμένος για γενιές με τη ζωή και την παράδοση του Παριανού κυνηγού, έμεινε σιωπηλή. Οι κυνηγετικές δραστηριότητες απαγορεύτηκαν και μαζί τους χάθηκε ένα κομμάτι από εκείνη τη ζωή που μόνο εμείς οι κυνηγοί μπορούμε να καταλάβουμε.
Πήγα στο αγαπημένο μου καρτέρι χωρίς τουφέκι. Κάθισα στο σκαμνάκι μου, έβγαλα τον καφέ μου και περίμενα να ξημερώσει. Μόλις πρόβαλε ο ήλιος από τα βουνά της Νάξου και χρυσάφισε ο ουρανός, κοίταξα γύρω μου και δεν είδα τίποτα από όσα ήξερα.

Δεν άκουσα την τουφεκιά στις 7 παρά είκοσι που πάντα έπεφτε και με ανατάραζε. Δεν άκουσα τη φωνή του αγαπημένου φίλου μου Αντώνη να μου φωνάζει «πάνω σου!», ούτε τις κουβέντες του Γιώργου του Χασάπη με τον γιο του για το από πού θα μπουν τα τρυγόνια. Ο κυρ Μανώλης παρά δίπλα ήταν άφαντος κι εκείνος, να μην μπορεί να ευχηθεί για τη νέα χρονιά, ενώ το τηλέφωνο δεν χτύπησε ούτε μία φορά για το καθιερωμένο «έχει τρυγόνια σήμερα;». Μέσα σε λίγες ώρες, μια φωτιά έσβησε εικόνες δεκαετιών, αφήνοντας παντού μαυρίλα και βαθιά θλίψη.
«Καλά που υπάρχει και η Τρυπητή και ανταμώνουμε»
Μου ήρθε στο μυαλό ο μπάρμπα-Γιάννης ο Αιγινήτης, που κάποτε μετά το καρτέρι είχε πει σε έναν συγχωριανό: «Ε παλιόφιλε, πού είσαι; Καλά που υπάρχει και η Τρυπητή και ανταμώνουμε εδώ». Τότε δεν είχα πολυσυγκρατήσει το βάθος αυτών των λόγων. Σήμερα όμως με διαπέρασε ρίγος. Ανταμώναμε μόνο εδώ, πουθενά αλλού. Τώρα, ο καθένας είναι κλεισμένος στο σπίτι του.
Για εμάς το κυνήγι δεν είναι μόνο η στιγμή της κάρπωσης. Είναι το άγχος του ύπνου το προηγούμενο βράδυ, η προετοιμασία του εξοπλισμού, το ξύπνημα πριν χαράξει και ο καφές στο σκοτάδι. Είναι η μυρωδιά του βουνού, η αναμονή του ξημερώματος, η κουβέντα με τον σκύλο και οι συζητήσεις στις παρέες μετά.
Είναι μια ολόκληρη ζωή, μια ζωντανή παράδοση. Και φέτος όλα αυτά έλειπαν, αφήνοντας πίσω μόνο τη σιωπή, τις στάχτες και τα δάκρυα για όσα μας στέρησαν.”






